Ζελέ καραμέλας στο φτερό -και ελαφρύ σαν φτερό επίσης

DSC_0198Ψάχνεστε για κάτι γρήγορο (σχετικά -έχει μεγάλους χρόνους αναμονής, αλλά ελάχιστο χρόνο πραγματικού μαγειρέματος), εύκολο, πεντανόστιμο κι εντυπωσιακό; Σας έχω την λύση, που μου ήρθε κι εμένα ουρανοκατέβατη απ’ το πουθενά, μια μέρα που έψαχνα χίλιους και έναν τρόπους για να χρησιμοποιήσω τα κουτιά με το ζαχαρούχο γάλα που κουβάλησα απ’ την Αγγλία (το αντίστοιχο της Ελληνίδας που πάει στο εξωτερικό με το πανέρι με τις κότες) και που συνειδητοποίησα ξάφνου ότι έχουν λήξει κάμποσο καιρό τώρα -τίποτα δεν πάθανε, τα τρώμε ένα μήνα τώρα κι είμαστε όλοι ακόμα ζωντανοί. Ζελέ καραμέλα. Έχει κάτι από κρεμ καραμελέ, κάτι από πανακότα, πολύ πλούσια γεύση καραμέλας, και καθόλου μπελά. Γευστικό, βελούδινο, και σχεδόν αδύνατο να το μουρδουλέψεις (εγώ σχεδόν το κατάφερα, αλλά από δική μου χαζομάρα, θα εξηγηθώ παρακάτω).

DSC_0196

Έχουμε και λέμε λοιπόν: το μόνο που χρειάζεται να κάνετε είναι να φτιάξετε μια Dulce de Leche (μια καραμέλα γάλακτος, δηλαδή) με το ζαχαρούχο γάλα, να λιώσετε τις ζελατίνες, να προσθέσετε τα υπόλοιπα υλικά, να το αφήσετε να πήξει, να ξεφορμάρετε και να σερβίρετε με υπέροχη σαντιγύ. Η δική μου σαχλαμάρα έγκειται στο ότι α. δεν είχα ατομικά φορμάκια (που καλύτερα να έχετε) και β. μόλις την προηγούμενη εβδομάδα είχα αγοράσει ένα ταψάκι με φορμάκια savarin, αυτά που σας έλεγα στην συνταγή με τους Μπαμπάδες με Ρούμι (έχουν μια κοιλότητα στη μέση), και μ’ έτρωγαν τα χεράκια μου να το κάνω κάτι.

Ως εκ τούτου έβαλα το ζελέ στα φορμάκια, και μετά βέβαια δεν ήταν ακριβώς εύκολο να τα ξεφορμάρω όλα μαζί, και κατέληξε λίγο σπλατεριά το όλο θέμα. Οπότε ή χρησιμοποιείστε 10-12 ατομικά φορμάκια (ανάλογα την χωρητικότητα) ή μπορείτε να το βάλετε σε μεγάλη φόρμα του κέικ (κατά προτίμηση με μια τρύπα στη μέση για την σαντιγύ) -αλλά να θυμάστε ότι θέλει αρκετά περισσότερη ώρα για να πήξει- ή δοκιμάστε γυάλινα κοντά ποτήρια, για να γλιτώσετε και τον μπελά του ξεφορμαρίσματος: απλά προσθέστε την σαντιγύ στην κορυφή κι είστε έτοιμοι (όμως δεν θα φαίνεται η υπέροχη γυαλάδα και το τρέμουλο του ζελέ -τί να κάνεις, κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις σ’ αυτή την ζωή πάντα). Πάντως το ταψί με τα φορμάκια δεν το συνιστώ σε κανέναν.

DSC_0192

Συνέχεια

Advertisements

Cream Pie Καρύδα: κατάλληλο για όλους -απαραίτητη η γονική συναίνεση

DSC_0040Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, παρακολουθώντας με φανατισμό κάπως απρεπή για την ηλικία μου, το αμερικανικό MasterChef Junior (ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα για γερά νεύρα, αφού οι εξωφρενικές επιδόσεις οκτάχρονων, εννιάχρονων, δεκάχρονων, βία μέχρι δεκατριάχρονων, νιάνιαρων είναι θάνατος για την αυτοπεποίθηση οποιουδήποτε θέλει να πιστεύει πως κάπως τα κουτσοκαταφέρνει στην κουζίνα) έπεσα σ’ ένα επεισόδιο όπου οι ανήλικοι σεφ κλήθηκαν από τους κριτές να διαπρέψουν σε ένα κλασσικό -όπως είπαν- αμερικανικό είδος επιδορπίου: την παραδοσιακή cream pie.

Αφοσιωμένη όπως ήμουν στο θέαμα, και με τις ενήλικες άμυνές μου πεσμένες, καθώς είχα παρασυρθεί από την αθωότητα του προγράμματος, μπήκα μάνι-μάνι στο Pinterest με φουριόζικο όρο αναζήτησης: «creampie» (μια λέξη). Για να καταλάβετε με τί ήρθα αντιμέτωπη, θα σας πω μόνο ότι μόλις πατήσεις search με τον συγκεκριμένο όρο, το Pinterest σου βγάζει ειδοποίηση: «Θέλουμε απλώς να σας ενημερώσουμε ότι απαγορεύεται η δημόσια προβολή ακατάλληλου περιεχομένου, όπως pin με άσεμνο υλικό, στο Pinterest». Και βέβαια, παρά την «ενημέρωση», το άσεμνο υλικό προβάλλεται μια χαρά, και ΔΕΝ είναι αυτό που θέλεις να δεις, όταν έχεις ψηθεί για πεντανόστιμη τάρτα με δέκα τόνους σαντιγύ. «Ας πρόσεχες, χαζοβιόλα», με χτύπησα στο κούτελο και μου είπα, «άλλη φορά να σκέφτεσαι πριν ψάξεις, ικανή σ’ έχω να γυρεύεις και μπλε βάφλες σε λίγο». Ανασκουμπώθηκα και προχώρησα σε νέα αναζήτηση, «cream pie», δυο λέξεις αυτή τη φορά, και με τα πολλά-πολλά κατάφερα να βρω αυτό που ζητούσα.

Και αυτό που ζητούσα όπως φάνηκε, ξεπερνώντας τις τάρτες κιτροειδών, τις τάρτες μπανάνα (είμαι πολύ ικανοποιημένη από την δική μου εκδοχή του banofee, thank you very much), και τις τάρτες με βατόμουρα, ήταν η συνταγή για μια ζουμερή τάρτα καρύδα, με τραγανή βάση, πλούσια κρέμα, και βέβαια, μπόλικη ηδονική σαντιγύ. Η ελαφριά εσάνς αμυγδάλου στην γέμιση, ανεβάζει το όλο εγχείρημα σε άλλα ύψη. Η βάση της τάρτας τραγανή, και κάπως ουδέτερη, εφόσον σας βγει καλοψημένη είναι το τέλειο δDSC_0037 (2)οχείο υποδοχής της τρυφερής κρέμας (με ένα ευχάριστο κριτσάνισμα, από την μυρωδάτη καρύδα). Για την
σαντιγύ δεν θέλω να πω, γιατί αν αρχίσω να μιλάω δεν θα τελειώσω άλλο -είμαι βαθιά εθισμένη στην σαντιγύ κι από πολύ μικρή ηλικία, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί κανείς να μην είναι εθισμένος σε κάτι που μοιάζει βγαλμένο από υλικό ονείρου στα σύννεφα.

Μερικές παρατηρήσεις πριν σας δώσω την πραγματικά πανεύκολη συνταγή: η δόση που έφτιαξα είναι προσαρμοσμένη στο δικό μου, αρκετά ρηχό, ταψάκι τάρτας των 25 cm. Αν το δικό σας ταψί είναι (από επιλογή ή ανάγκη) πιο βαθύ (δείτε τις φωτογραφίες και κρίνετε) θα πρέπει να διπλασιάσετε την δόση (σε όλα εκτός από τα αυγά -χρησιμοποιείστε τρία αυγά για την διπλή δόση), για να μην σας βγει μισερό. Η δοσολογία για το φύλλο είναι υπέραρκετη και για μεγαλύτερο ταψάκι, και η σαντιγύ επίσης.

DSC_0047

Συνέχεια

Το καλύτερο φιστίκωμα: κέικ με πλούσια βουτυρόκρεμα και pun intended

Σε ό,τι με αφορά, το φιστίκι Αιγίνης (με καταγωγή απ’ το Ιράν, βέβαια, αλλά αυτά DSC_0937είναι ψιλά γράμματα) είναι ο βασιλιάς των φιστικοειδών. Σε γενικές γραμμές οι ξηροί καρποί δεν είναι του γούστου μου, και με σπάνιες εξαιρέσεις, θα τους αποφύγω σαν αλλεργικός χωρίς EpiPen. Το πράσινο φιστίκι είναι η σίγουρη εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα (άλλη μια είναι τα κάσιους, ειδικά σε σπυρωτό ρύζι, και τρίτη δεν μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή). Η αγαλλίασή μου την πρώτη φορά που δοκίμασα Τούρκικο μπακλαβά (μόνο με φιστίκι Αιγίνης) ύστερα από χρόνια και χρόνια καταπίεσης να φάω το φρικτό σιροπιαστό με τα καρύδια και δεν ξέρω ‘γω τί άλλο, που σερβίρουν εδώ πέρα, δεν μπορεί να περιγραφεί. Λατρεύω το παγωτό φιστίκι, και θα έλεγα χωρίς συστολή ότι έχω καταναλώσει στην διαδρομή αυτού του βίου μπορεί και εκατοντάδες λίτρα (ένεκα κόρη παγωτατζή).

DSC_0933Σε κάθε περίπτωση βρίσκω τους καρπούς της ευλογημένης pistacia vera ένα αριστούργημα της φύσης. Καθότι όμως τα φιστικάκια, και τα ξηροκάρπια γενικότερα, δεν τα λες φτηνά, κι εγώ έχω μάθει από το σπίτι μου να αυτοπεριορίζομαι, όταν πρόκειται για ακριβά υλικά, σε βαθμό υστερίας (μπορώ φυσικά για πλάκα να χαλάσω τα ίδια ή και περισσότερα χρήματα σε μεγαλύτερες, αν και μάλλον αχρείαστες ποσότητες άλλων πραγμάτων που δεν έχω καταλογογραφήσει ως «είδη πολυτελείας», αφού σ’ αυτή την περίπτωση δεν έχω το υστερικό υπερεγώ πάνω απ’ το κεφάλι μου να μού κάνει κόνξες) δεν έχω βρεθεί ποτέ με ικανή ποσότητα φιστικακίων που θα μου επέτρεπε να πειραματιστώ μαγειρικά ή ζαχαροπλαστικά. Ή μάλλον δεν είχα, μέχρι την προπερασμένη Κυριακή.

DSC_0962Την Κυριακή πριν τις εκλογές ήρθε για επίσκεψη και (πολύ) νυχτερινό τσιμπούσι ο φίλος Αντώνης, με την γλυκύτατη Δώρα, και μαζί με διάφορα αλκόολια μας έφερε και μια σακούλα υπέροχα, άψητα κι ανάλατα, φιστίκια Αιγίνης. Δοξάζω τ’ αστέρια που είχα φαγητό και μεζέδες να προσφέρω, και δεν χρειάστηκε να βγάλω από ευγένεια τα φιστίκια, γιατί μόλις τα είδα το μάτι μου έλαμψε, και ήξερα αμέσως ότι αυτά προορίζονται για κάτι το μεγαλειώδες. Δεν ήξερα τί, βέβαια, κι έτσι έφαγα τρεις μέρες να ψάχνω την κατάλληλη συνταγή για να τα αναδείξει και να μην τα πνίξει μαζί με άλλα υλικά (η πιο κλασσική βερσιόν, κέικ με φιστίκι απ’ όσο κατάλαβα είναι ένα Περσικό γλυκό του Έρωτα, με φιστίκι, ροδόνερο, κάρδαμο, σαφράν -όλα πολύ έντονες γεύσεις, χώρια που τα μισά υλικά βαριόμουν να τα ψάχνω στο συνοικιακό σουπερμάρκετ). Τελικά μετά από τρεις μέρες ψάξιμο κατέληξα στην πρώτη συνταγή που είχα δει (όπως συμβαίνει συχνά), αλλά καθόλου δεν με ενοχλεί η τριήμερη έρευνα, γιατί η έρευνα είναι γνώση, κι η γνώση είναι δύναμη.

Το κέικ είναι σχετικά απλό, αν και κάπως χρονοβόρο, στην παρασκευή του, και η απόδοση εγγυημένη. Θέλω μόνο να σημειώσω εδώ ότι η βουτυρόκρεμά του είναι αρκετά σφιχτή και συμπαγής (έχετε υπόψιν ότι πριν σερβιριστεί είναι καλό να έχει μείνει κανένα δεκάλεπτο σε θερμοκρασία δωματίου για να μαλακώσει η κρέμα, και να αναδειχθούν τα αρώματά του), και αν αυτό δεν σας αρέσει για κάποιο λόγο, κι έχετε κατά νου μια πιο αγαπημένη σας συνταγή, μπορείτε να την χρησιμοποιήσετε -φυσικά!- προσθέτοντας το τριμμένο φιστίκι και το πράσινο χρώμα. Το σίγουρο είναι ότι η συγκεκριμένη κρέμα είναι πολύ εύκολη στο στρώσιμο, αφού δεν λιώνει και δεν καταρρέει.

DSC_0944

Συνέχεια

Τσιζκέικ Φραγκοστάφυλο, με κρέμα λευκής σοκολάτας: η καλύτερη του κόσμου

Είχα ξεκινήσει ένα άλλο ποστ, αλλά πρόκειται για κατάσταση εκτάκτου-εκτάκτου ανάγκης, μια και ο φίλος Πάπιας πρέπει ο-πωσ-δή-πο-τε να φτιάξει ένα φανταστικό τσιζκέικ, οπότε βάζω ευχαρίστως στην αναμονή την συνταγή για το κέικ φιστίκι, και χωρίς πολλά-πολλά λόγια προχωρώ στο παρασύνθημα, με τις απολογίες μου που αυτό το ποστ πάσχει  φωτογραφικά. Η συγκεκριμένη συνταγή είναι απόλυτα εγγυημένη επιτυχία, ιδιαίτερα εύκολη κι όμως απρόσμενα υπέροχη -πραγματικά η κρέμα του είναι η καλύτερη κρέμα άψητου τσιζκέικ που έχω δοκιμάσει σε ολόκληρη την όχι-και-τόσο-μικρή ζωή μου.

DSC_0620

Και να σκεφτεί κανείς ότι το έφτιαξα πραγματικά απ997027_10153882578968242_2489785073773455509_nό τύχη, όταν μια μέρα αποφάσισα ότι πρέπει πάση θυσία να βρω έναν τρόπο να χρησιμοποιήσω τα κατεψυγμένα φραγκοστάφυλα που είχα στην κατάψυξη. Και τί άλλο, άραγε, μπορείς να κάνεις με κατεψυγμένα φραγκοστάφυλα, εκτός από μαρμελάδα; Το θέμα βέβαια είναι τί μπορείς να κάνεις μετά, με ένα βάζο μαρμελάδα φραγκοστάφυλο* (και πάλι απολογούμαι για την μίζερη φωτογραφία, είναι τραβηγμένη από κινητό στα σκοτεινά). Ε, τσιζκέικ, τί άλλο να κάνεις; Κι αφού έψαξα και έψαξα, βρήκα την συνταγή που μπόρεσα να προσαρμόσω στο πιο αφράτο, πιο κρεμώδες, πιο νόστιμο τσιζκέικ, όλων των εποχών.  Συνέχεια

Ινδικό Anda Keema: Εύκολο, Νόστιμο, Εξωτικό

DSC_0467Η ινδική κουζίνα είναι πολύ αγαπημένη μου. Εύκολα θα μπορούσα να φτιάχνω και να τρώω ινδικό κάθε μέρα, και νιώθω την βεβαιότητα ότι δεν θα κατάφερνα ποτέ να βαρεθώ. Τα ινδικά μπαχαρικά, και οι άπειροι συνδυασμοί τους είναι μια μαγεία, και ίσως η ινδική είναι η μόνη κουζίνα που σου αφήνει τόσο μεγάλο περιθώριο αυτοσχεδιασμού: αν ακολουθήσεις κάποιες βασικές αρχές, είναι σχεδόν αδύνατο να μην καταλήξεις με κάτι πεντανόστιμο. Για να πω, εν τέλει, την πάσα αλήθεια, τον περισσότερο καιρό κι εγώ αυτοσχεδιάζω, και ενδεχομένως ένας αληθινός Ινδός αν δοκίμαζε το φαγητό μου να το έβρισκε λάθος από όλες τις απόψεις, αλλά ελάχιστα με απασχολεί αυτό, καθώς εγώ και οι καλεσμένοι μου είμαστε σχεδόν πάντα ευχαριστημένοι. Ας σημειωθεί ότι μ’ αυτό τον τρόπο πάντως, με την προσθήκη δηλαδή πληθώρας μπαχαρικών έστω και (φαινομενικά) στα κουτουρού, έχω καταφέρει τον εαυτό μου να φάει με ανοχή, αν όχι σχετική ευχαρίστηση, απολύτως μισητές τροφές όπως φασολάκια λαδερά, φακές και -είτε το πιστεύετε είτε όχι- μπάμιες (αν και ελάχιστες πιρουνιές). Όπως και να ‘χει, σήμερα δεν θα σας παρουσιάσω μια από τις δικές μου, κουτουρού, συνταγές, αλλά ένα νόστιμο πιάτο πολύ δημοφιλές στην Ινδία, οι ρίζες του οποίου ωστόσο κατά πάσα πιθανότητα κρατάνε απ’ την Περσία (έχει ενδιαφέρον και η ετυμολογία της λέξης, που όπως ίσως καταλάβατε σχετίζεται άμεσα με τον δικό μας «κιμά»). Απ’ όπου κι αν προέρχεται, όμως, το σίγουρο είναι ότι αποτελεί μια ιδιαίτερα εξωτική και γευστική εναλλακτική για να χρησιμοποιήσετε εκείνο τον κιμά που κουραστήκατε να κάνετε μπιφτέκια ή μπλονέζ όλη την ώρα.

DSC_0452

Δοκίμασα να το φτιάξω για πρώτη φορά πριν από περίπου τρία χρόνια, σε ένα από τα θρυλικά θεματικά τραπέζια μου, που εκείνη τη φορά είχε ως θέμα -τί άλλο;- την Ινδική κουζίνα. Δεν θυμάμαι αν έφτιαξα πέντε ή παραπάνω ξεχωριστά πιάτα (και για κάποιο περίεργο λόγο δεν υπάρχουν φωτογραφίες από το event), αλλά το Anda Keema μου ήταν για μένα η επιτυχία της βραδιάς, παρότι η συνταγή που κοπιάρισα ήταν ιδιαιτέρως κακογραμμένη και δυσανάγνωστη. Κι αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι το σπίτι βρωμοκοπούσε κάρυ απ’ την είσοδο ως τα υπνοδωμάτια για μια ολόκληρη εβδομάδα, θα έλεγα ότι το δείπνο εν γένει σημείωσε φοβερή επιτυχία. Θα το επαναλάβω με την πρώτη ευκαιρία -μόλις βρεθώ σε καλύτερα αεριζόμενο χώρο. Για την ώρα πάντως, θα σας δώσω μια πολύ βελτιωμένη εκδοχή της συνταγής που εγώ ακολούθησα, της οποίας τα αποτελέσματα μπορώ να εγγυηθώ, αν την ακολουθήσετε κατά γράμμα. Συνέχεια

Οιδιπόδεια με Ρούμι

Ο «μπαμπά ωρρρούμ» καταλαμβάνει κορυφαία θέση στις γλυκές μου παιδικές αναμνήσεις, εκεί μαζί με την πάστα «ποντικάκι!» και το (αμυγδαλωτό) DSC_0710«φρουτάκι θέλω!». Ο μπαμπάς είναι ένα γλυκό αριστούργημα. Γεμάτος σαντιγύ, στάζει παντού υπέροχο σιρόπι και το κεικάκι μαγιάς είναι τόσο αφράτο, σαν σύννεφο, και τέλος πάντων, αποτελεί έναν από τους λόγους (αν και προσωπικά δεν μπορώ να σκεφτώ κι άλλον) για τους οποίους οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες στους Γάλλους ευγενείς του 18ου αιώνα. Από την πρώτη εκδοχή του (πιθανολογείται πως προέκυψε όταν ένας από τους ζαχαροπλάστες του εξόριστου Πολωνού βασιλιά Stanisław Leszczyński βούτηξε σε κάποιο αλκοολούχο ποτό ένα κέικ μαγιάς που είχε ξεραθεί απ’ την πολυκαιρία, και το σέρβιρε με κρέμα ζαχαροπλαστικής κι άλλα καλούδια) έχει υποστεί αρκετές διαφοροποιήσεις, ενώ συχνά αντί για τον κομμένο στη μέση και γεμιστό με κρέμα μπαμπά ψήνεται σε φόρμα savarin (σχήμα δαχτυλιδιού με μια γούβα στη μέση) με την σαντιγύ στην κορυφή. Ωστόσο εγώ, καταρχάς, δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να παρεκκλίνω από την παιδική εικόνα του φουσκωτού, ξέχειλου μπαμπά του ελληνικού ζαχαροπλαστείου, και επιπλέον η φόρμα savarin είναι απαράδεκτα ακριβή, κι επειδή μπορώ μέσα σε τρία δευτερόλεπτα να βρω δέκα καλύτερους τρόπους, για να πετάξω τα λεφτά μου στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποίησα ένα ωραιότατο ταψάκι για muffins, και σας προτείνω να κάνετε κι εσείς ακριβώς το ίδιο.

Θα μου πείτε πώς μ’ έπιασε στα καλά καθούμενα να φτιάχνω μπαμπάδες -που κυριαρχεί η εντύπωση ότι δεν είναι και το πιο εύκολο γλυκό στον κόσμο, αν και μετά από δυο απόπειρες την βρίσκω μάλλον υπερβολική αυτή την εντύπωση. Θα σας πω και πολύ άργησα. Θυμάμαι κάποτε, ήμουν πολύ μικρή, στο παλιό μας σπίτι, είχε φτιάξει η μαμά μου, μια φορά μόνο. Θυμάμαι την εικόνα τους πάνω στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, λίγο αδέξιοι, λίγο πιο μικροί απ’ αυτούς που ήξερα, αλλά, τί χαρά: «Μπαμπάς, μπαμπάς, μπαμπάς!» (χορευτά στο σαλόνι). Και θυμάμαι ότι η μάνα μου δεν ξανάφτιαξε ποτέ, γιατί ήταν «μπελάς», λέει, οπότε μάλλον έτσι μου είχε εντυπωθεί μια θεμελιώδης άρνηση απέναντι σε κάτι που ήθελα να δοκιμάσω πολύ καιρό τώρα (πάνε τουλάχιστον μήνες απ’ όταν αποθήκευσα την συνταγή στο Pinterest). Τώρα, θες το καλοκαίρι, θες που δεν είχα απολύτως τίποτα καλύτερο να κάνω με τη ζωή μου, θες που είχα ένα λίτρο κρέμα γάλακτος στο ψυγείο, αποφάσισα να το δοκιμάσω. Και δεν θα το μετανιώσω ποτέ. Δυο απόπειρες, η μια καλύτερη απ’ την άλλη, και αξίζει κάθε λεπτό που θα ασχοληθείτε μαζί τους. Την πρώτη φορά προσπαθώντας να προσαρμόσω τον χρόνο ψησίματος (η συνταγή είναι για τέσσερις μπαμπάδες σε φόρμα savarin κι εγώ έφτιαξα εννιά σε muffin tray) τα κατάφερα να τους παραψήσω, αλλά την δεύτερη το ψήσιμο ήταν άψογο. Βέβαια την δεύτερη φορά χτύπησα την σαντιγύ σε πολύ ζεστή κουζίνα, με αποτέλεσμα ενώ όλα τα άλλα ήταν η επιτομή της τελειότητας, η εικόνα που παρουσιάζουν να είναι κάπως άκεφη, με την σαντιγύ να μην στέκεται ακριβώς στο ύψος της (οι φωτογραφίες με τα πολύχρωμα κερασάκια είναι από την δεύτερη απόπειρα), κάτι που δεν αποτελεί φοβερό πρόβλημα για οτιδήποτε άλλο πέρα από τις φωτογραφίες μου (αποτελεί φυσικά πηγή εκνευρισμού για μένα, αλλά τί σας νοιάζει εσάς;).DSC_0862

Συνέχεια

Κέικ με Μύρτιλλα και Κρέμα Λεμονιού

Ανασκουμπωθείτε, γιατί σήμερα σκοπεύω να μοιραστώ μαζί σας την συνταγή ενός φανταστικού κDSC_0110έικ, που με έκανε για πρώτη φορά να αμφισβητήσω στα σοβαρά την ανάγκη ύπαρξης ζαχαροπλαστών. Με πάσα ειλικρίνεια σας λέω, ότι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα μόλις το δοκίμασα ήταν πως είναι εντελώς παράλογο να πληρώνει κανείς ένα σκασμό λεφτά για μια άνοστη, ανέμπνευστη τούρτα, με φρικτό παντεσπάνι και βαρετή κρέμα, όταν με ελάχιστο κόπο (αυτό βέβαια είναι σχετικό) και δραματικά μικρότερο κόστος μπορεί να φτιάξει αυτό το όνειρο που θα έβγαζε τον καθένα ασπροπρόσωπο σε οποιαδήποτε κοινωνική περίσταση. Τότε ήταν που υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι ποτέ, μα ποτέ μου, δεν πρόκειται να σερβίρω σε γενέθλια, γιορτές και σχόλες, έτοιμες τούρτες (και το έκανα πράξη, κρατώντας το λόγο μου, δείτε εδώ την υπέροχη φετινή μου τούρτα γενεθλίων με εσάνς πικραμύγδαλο και παπαρουνόσπορο).

Την συνταγή την ανακάλυψα πέρυσι, τέτοιαν εποχή περίπου, όταν το αγαπημένο μου σουπερμάρκετ στην Αγγλία έβαλε τα blueberries σε προσφορά, κι εγώ, ψωνίζοντας όπως πάντα ψυχαναγκαστικά, κατέληξα με πολύ περισσότερα μούρα απ’ όσα ήμουν σε θέση να καταναλώσω με όλη την κρέμα γάλακτος και ζάχαρη του κόσμου. Ξεκίνησα τότε να ψάχνω για κάτι ενδιαφέρον, κι όταν έπεσα εδώ, μου φάνηκε στην αρχή τερατώδες το εγχείρημα, γιατί ομολογώ πως η αυτοπεποίθησή μου στην ζαχαροπλαστική δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ύστερα όμως σκέφτηκα ότι έχω ένα ολοκαίνουριο μίξερ που διψάει για δράση, και ακόμα κι αν αποτύχω παταγωδώς κανείς δεν θα το μάθει, οπότε, «γιατί όχι;». Η παρασκευή δεν είναι δύσκολη (αν και η κρέμα είναι ομολογουμένως της υπομονής), μολονότι οπωσδήποτε είναι κάπως χρονοβόρα. Η συναρμολόγηση λίγο με ταλαιπώρησε, κυρίως επειδή ανυπόμονη ούσα, δεν το άφησα να κρυώσει εντελώς την πρώτη φορά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αντιαισθητικά ξεχειλίσματα, όμως η γεύση ήταν αληθινά ασύγκριτη: φρέσκια, καθαρή, συνδυάζοντας υπέροχα την ξινίλα του λεμονιού με την γλυκύτητα του φρούτου, και το κέικ ανάλαφρο σαν σύννεφο. Την δεύτερη φορά είχα μάθει το μάθημά μου, ως προς την θερμοκρασία, έκανα βέβαια μια άλλη βλακεία με αποτέλεσμα να στάζουν και πάλι οι σαντιγές απ’ το πλάι, αλλά επειδή ξέρω ακριβώς τί ήταν θα σας συμβουλέψω πολύ προσεκτικά ώστε να το αποφύγετε. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει τον κόπο, ακόμα κι αν στραβοχυθεί ελαφρώς.

Η βασική πρόκληση, σ’ αυτό το κέικ, είναι να βρεθούν στην όμορφη Ελληνική μαςDSC_0100 πατρίδα τα blueberries, ή ελληνιστί «μύρτιλλα». Είχα ακούσει την λέξη «μύρτιλλα», σε παλιά εφηβικά μυθιστορήματα, αλλά στο κεφάλι μου είχα πλάσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το τί ήταν αυτό το φρούτο. Εξεπλάγην φοβερά όταν κατάλαβα ότι επρόκειτο για το τόσο συνηθισμένο στην Αγγλία blueberry, αλλά το ηθικό μου αναπτερώθηκε, σκεπτόμενη ότι για να υπάρχει ατόφια ελληνική λέξη, σίγουρα υπάρχει και ελληνική παραγωγή. Φευ. Δυο ολόκληρους μήνες προσπαθούσα να βρω ένα μέρος να τα προμηθευτώ. Μάταια. Μου μίλησαν για μανάβηδες που  «ενίοτε» φέρνουν, στην άλλη άκρη της Αττικής, προσπάθησα να επικοινωνήσω, αλλά χωρίς καμιά τύχη. Έφτιαξα δοκιμαστικά blueberry cupcakes με αποξηραμένα μύρτιλλα, αλλά έγινε αμέσως πολύ προφανές ότι για το αληθινό αριστούργημα τα αποξηραμένα ήταν νέτα-σκέτα άχρηστα. Έτσι εγκατέλειψα την προσπάθεια. Αποφάσισα ότι δεν ήταν της μοίρας γραφτό να φτιάξω ξανά αυτό το αριστούργημα, και σιγά-σιγά άρχισα να νομίζω ότι δεν το ‘χα φτιάξει στ’ αλήθεια ποτέ, και ότι υπήρξε αποκύημα της φαντασίας μου. Κι όλ’ αυτά μέχρι το Σάββατο. Μέχρι το Σάββατο το μεσημέρι που στην εβδομαδιαία μου βόλτα στα Lidl, και ενώ έψαχνα στα ψυγεία για κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό (αποξηραμένα μανιτάρια έψαχνα, και μην ρωτήσετε γιατί τα έψαχνα στα ψυγεία -είχα ήδη ψάξει παντού) έπεσε το μάτι μου πάνω σε ένα ράφι γεμάτο, μα γεμάτο, μικρά κεσεδάκια με ολόφρεσκα μύρτιλλα σε εξαιρετική κατάσταση (και εκ των υστέρων, μπορώ να βεβαιώσω, ιδιαίτερα εύγευστα). Φυσικά είχαν περίπου δυο ευρώ το κεσεδάκι των 150 γρ., αλλά στ’ αλήθεια ήταν ένα έξοδο που άξιζε τον κόπο (και στην Αγγλία αυτή περίπου ήταν η τιμή της προσφοράς έτσι κι αλλιώς). Δεν ξέρω αν τα Lidl φέρνουν μούρα σταθερά (δεν είχα ποτέ ξανακοιτάξει σ’ εκείνο το ψυγείο), δεν ξέρω αν εκείνη τη μέρα έλαμπε από πάνω μου το τυχερό μου αστέρι (και σ’ αυτή την περίπτωση ομολογώ θα το προτιμούσα αν με είχε βοηθήσει να κερδίσω το Τζόκερ, αντί να βρω μύρτιλλα), ξέρω όμως ότι έστω και μια φορά στο τόσο είναι εφικτό να βρούμε φρέσκα αυτά τα υπέροχα, γλυκά μούρα. Αν τα βρείτε κι εσείς στο δρόμο σας, σας ικετεύω σχεδόν, δοκιμάστε την παρακάτω συνταγή.

Συνέχεια